Hans Fallada, Εν όψει Χριστουγέννων το ψέμα γίνεται καθήκον

Berlin im Jahr 1945. Foto: imago/ITAR-TASS



[Προς την θεία Αντελαΐντε Ντίτσεν]


22 Δεκεμβρίου 1929


Αγαπητή θεία Άντα,


τα δύο σου παιδιά από το Νόιμυνστερ σού στέλνουν για τις γιορτές των Χριστουγέννων τις πιο καλές, τις πιο θερμές ευχές τους. Σε σκεφτόμαστε πολύ, μιλάω στην Ζούζε τόσο συχνά για εσένα και χαιρόμαστε πολύ που συμμερίζεσαι μετά σθένους την ζωή μας.


Μόλις ήμουνα με την Ζούζε στην κουζίνα και την έκανα χρυσή να μου πει μήπως και τελικά έχει έρθει κανένα πακέτο από εσένα. Εκείνη το αρνείται μέχρι τώρα σε ό,τι έχει ιερό και όσιο. (Εν όψει Χριστουγέννων το ψέμα γίνεται καθήκον). Λοιπόν, αγαπητή θεία Άντα, δεν ξέρουμε ακόμα τι είναι εκεί μέσα, αλλά σε ευχαριστούμε από καρδιάς που μας σκέφτηκες, πολύ χαιρόμαστε. […]



Δικοί σου


Ρούντολφ και Ζούζε




Το τελευταίο γράμμα


[Προς την Ζούζε Ντίτσεν]


Βερολίνο, 20. XII. 46


Σαριτέ-νευρολογική κλινική-πτέρυγα VI.



Αγαπητή Ζούζε, δεν θέλω να αφήσω τα παιδιά δίχως να φτάσει μία χριστουγεννιά -τικη ευχή από εμάς σε εσένα. Να γιορτάσετε μία πολλή όμορφη γιορτή όλοι μαζί, να διώξετε παντελώς για αυτές τις ημέρες τις έγνοιες σας και να χαρείτε ο ένας με τον άλλον και δίπλα στον άλλον. Εγώ θα βρίσκομαι πολύ με τις σκέψεις μου κοντά σας, ιδιαιτέρως επίσης κοντά στην μαμά, στην οποία πρέπει να δώσεις τους εγκάρδιους χαιρετισμούς μου. Θα είσαι ιδιαιτέρως υπερήφανη και ευτυχισμένη για τους δύο μεγάλους σου: ο Ούλι θα φέρει στο σπίτι ένα άνω του μετρίου καλό ενδεικτικό˙ μπορεί και πρέπει να είναι υπερήφανος για ό,τι έχει πετύχει –ελπίζω να μην γίνει πραγματικά «υπερήφανος». Το κουνουπάκι δεν το φοβάμαι: όλο και περισσότερο αποδεικνύεται ότι μαζί με την ζεστή του την καρδιά έχει και ένα πολύ ανοιχτό μυαλό και μερικές φορές ευχόμουν για τον μεγάλο της τον αδερφό να έχει λίγο από το πραγματικό χιούμορ με το οποίο το κουνούπι αντιμετωπίζει και δύσκολες καταστάσεις στην ζωή. Και ο Άχιμ, ο μικρός λαμπρός γιος μας, ο ήλιος μας, σε αυτόν θ’ ανήκει για πάντα ολόκληρη η καρδιά μου –πώς θα πανηγυρίζει και θα γελάει!


Τα δώρα των παιδιών για τις γιορτές θα μας κρατήσουνε ακόμα λίγο στην αναμονή. Θα λάβω από το Μπόνιερ στην Στοκχόλμη ψηλά δερμάτινα παπούτσια με κορδόνια για την Ούλα και το κουνούπι και επίσης για τον Άχιμ (εάν εσύ το θεωρείς αναγκαίο). Για τους δύο μεγάλους ο Ούλι θα μου φέρει σήμερα το απόγευμα το μέγεθος των πελμάτων σε εκατοστά, επειδή δεν ξέρω εάν τα γερμανικά και τα σουηδικά νούμερα συμπίπτουν˙ για τον Άχιμ στείλ’ τα μου εδώ εσύ ίσως τηλεγραφικώς έως την 1/1. Θα περιμένω μέχρι τότε για ν’ αποστείλω το γράμμα στο Μπόνιερ. Εκτός αυτού ο Ούλι επιτέλους θα λάβει ένα κοστούμι ραμμένο στα μέτρα του˙ τα χρήματα για αυτό είναι ήδη στην άκρη και ο ράφτης έχει επίσης βρεθεί˙ αμέσως μετά την επιστροφή του θα πάω σε αυτόν με τον Ούλι. Για το κουνουπάκι θα υπάρχει και ένα μάλλινο φουστάνι, το οποίο θα διαλέξει η Ούλα μαζί της· και για αυτό τα χρήματα είναι ήδη στην άκρη. Τίποτα εννοείται δεν θα είναι στην ώρα του τις γιορτές αλλά ακόμα και αργότερα θα χαρούνε.


Από εχτές λοιπόν είναι και η Ούλα εδώ στο σπίτι –στο τελευταίο νοσοκομείο σχεδόν θα μου το ξεκάνανε το καημένο το παιδί. Εκείνη εννοείται είναι σε μια τέτοια κατάσταση, στην οποία εγώ δεν επιτρέπεται να την δω ακόμα. Στις γιορτές θα είμαι μόνος. Είμαι όπως ένας κουτσός, που μέχρι τώρα τον οδηγούσανε, που όμως τώρα εκείνος όχι μόνο πρέπει να περπατήσει μόνος αλλά και να οδηγήσει έναν τυφλό. Δεν έχω πλέον πολλές επιθυμίες για εμένα (μόνο για την δουλειά μου), προσεύχομαι μόνο να βρω την δύναμη επιτέλους να γίνω λίγο περισσότερο άντρας. –Ευτυχή με κάνει το γεγονός ότι επιτέλους μετά τον Λύκο έγραψα ένα καλό μυθιστόρημα «Μόνος στο Βερολίνο» (μόνο μην διαβάσεις τον ανόητο αλλά και πετσοκομμένο «Εφιάλτη») και το γεγονός ότι έχω δύο καλά προσχέδια εργασίας. Τώρα μένει μόνο ακόμα οι εξωτερικές συνθήκες ζωής (θέρμανση, διατροφή) να είναι με κάποιον τρόπο ευνοϊκές!


Θα μεριμνήσω ώστε κατά την επιστροφή των παιδιών στις 10/1 να επικρατούν στο σπίτι ανεκτές συνθήκες και επίσης να υπάρχουν και αποθέματα. Ίσως να είμαι ήδη και εγώ εκεί. Η Ούλα σίγουρα όχι ακόμα. Εάν κατάφερνες την έχθρα του Ούλι απέναντι στην Ούλα, η οποία θέτει σε κίνδυνο την συμβίωσή μας, να την κατασβέσεις, αυτό θα ήτανε πολύ πολύτιμο. Υποθέτω, εκείνος βλέπει μονίμως στην Ούλα αυτή που έχει πάρει την θέση σου και ωστόσο εκείνη σίγουρα δεν τον κάνει αυτό!


Σου εύχομαι, σας εύχομαι χρόνια πολλά.


Ο φίλος σου Ντίτσεν

 



Μετάφραση από τα Γερμανικά: Σούλα Ζαχαροπούλου





Ο Χανς Φάλλαντα, το πραγματικό του όνομα Ρούντολφ Ντίτσεν, γεννιέται το 1893 στο Γκράιφσβαλντ (κοντά στη Βαλτική Θάλασσα). 


Το 1929 παντρεύεται την Άννα Ίσελ (Ζούζε), η οποία αποτελεί το πρότυπο της πρωταγωνίστριας στο γνωστότερο μυθιστόρημά του “Kleiner Mann - was nun?”. Αποκτούν τέσσερα παιδιά: τον Ούλριχ (Ούλι), τα δίδυμα Λόρε και Έντιτ, η δεύτερη πεθαίνει λίγο μετά τη γέννα, και τον Άχιμ.


Το 1930 ο Φάλλαντα παντρεύεται την κατά σχεδόν 30 χρόνια νεότερή του Ούρσουλα Λος (Ούλα), η οποία, όπως και εκείνος, είναι εξαρτημένη από τα ναρκωτικά και το αλκοόλ. Το 1947 ο Φάλλαντα πεθαίνει σε ένα σανατόριο στο Βερολίνο.


Οι παραπάνω επιστολές μεταφράστηκαν από την πρόσφατη γερμανική έκδοση Hans Fallada “Weihnachtsmann - was nun?” (Aufbau Verlag), η οποία αποτελεί μία συλλογή επιστολών, παιδικών αναμνήσεων και αφηγήσεων του συγγραφέα γύρω από τα Χριστούγεννα.



Στα Ελληνικά έχουν μεταφραστεί δύο έργα του: Μόνος στο Βερολίνο (μτφ. Α. Σαλτάμπαση, εκδ. ΠΟΛΙΣ) και Ο πότης (μτφ. Έ. Βαϊκούση, εκδ.Κίχλη).



Σούλα Ζαχαροπούλου

Samuel Beckett, Ευτυχισμένες μέρες

Foto by Σπύρος Στάβερης



[...]


Η βαρύτητα, σαν να μην είναι αυτή που ήταν, Γουίλυ, δεν νομίζεις; (Παύση.) Πράγματι. Ολοένα και περισσότερο έχω την αίσθηση πως αν δεν ήμουν έτσι – (κίνηση) – σφηνωμένη, απλώς θ’ ανέβαινα ψηλά ως τον γαλάζιο αιθέρα. (Παύση.) Και πως μπορεί μια μέρα να υποχωρήσει η γη και να μ’ αφήσει, ναι, τόση είναι η έλξη προς τα πάνω, να ανοίξει τριγύρω μου και να μ’ ελευθερώσει. (Παύση.) Δεν έχεις ποτέ αυτή την αίσθηση, Γουίλυ, ότι κάτι σε ρουφά προς τα πάνω; (Παύση.) Δεν νιώθεις κάποτε την ανάγκη να γραπωθείς από κάπου, Γουίλυ;


[...]

 


Μετάφραση από τα Αγγλικά: Διονύσης Καψάλης


  



Το θεατρικό έργο του Σάμιουελ Μπέκετ (1906-1989) Ευτυχισμένες μέρες σε μετάφραση Διονύση Καψάλη και σκηνοθεσία Σύλβιας Λιούλιου με την Όλια Λαζαρίδου και τον Άγγελο Σκασίλα παίζεται στο Bios Main από την Παρασκευή 18 Νοεμβρίου έως την Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2016.


Στο σκηνοθετικό σημείωμα αναφέρεται  μεταξύ άλλων: 

«Το κείμενο του Μπέκετ γραμμένο στα 1960 παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο Cherry Lane Theater της Νέας Υόρκης στις 17 Σεπτεμβρίου 1961 και επιστρέφει έκτοτε διαρκώς σε σκηνικά ανεβάσματα σε όλο τον κόσμο. Σχεδόν ως θεατρικό άλυτο
Η Γουίνυ ενταφιασμένη ως επάνω από τη μέση της, στο κέντρο ενός τύμβου είναι το πρώτο θηλυκό θεατρικό προσωπείο του συγγραφέα που εξαντλεί όλες τις συγγραφικές δυνατότητες στην αναζήτηση μιας γλώσσας του Υποκειμένου. Μια φωνή μονολογεί. Αυτή είναι η ελάχιστη μονάδα μέτρησης της ύπαρξης στα κείμενα του Μπέκετ. Η Γουίνυ μονολογεί και διαρκώς αναζητά μια επιβεβαίωση από τον Γουίλυ πως είναι εκεί και την ακούει. Άρα θα υπάρχει. Άρα θα υπάρχουν».



Συντελεστές


Μετάφραση: Διονύσης Καψάλης

Σκηνοθεσία: Σύλβια Λιούλιου

Δραματουργία: Νίκος Φλέσσας – Σύλβια Λιούλιου

Σκηνικά - Κοστούμια: Άγγελος Μέντης

Επιμέλεια Κίνησης: Αγγελική Στελλάτου

Ηχητική Σύνθεση: Γιώργος Πούλιος

Φωτισμοί: Δημήτρης Κασιμάτης

Παίζουν: Όλια Λαζαρίδου, Άγγελος Σκασίλας

Φωτογραφίες: Σπύρος Στάβερης




Διαβάστε ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα για τον Σάμιουελ Μπέκετ στη βιβλιοnet και δείτε ποια βιβλία του κυκλοφορούν στα Ελληνικά.


Ανδρέας Κεντζός, Μετά τον πόλεμο


Μετά τον πόλεμο δεν γύρισα πίσω. Έμεινα στην Αθήνα κι έπιασα δουλειά, κλητήρας σε τεχνικό γραφείο. Είχα ένα ταλέντο στο σχέδιο, σκεφτόμουν να δώσω εξετάσεις στην Αρχιτεκτονική. Η τύχη μου συνέχιζε να δουλεύει- το αφεντικό με πήρε με καλό μάτι. Με φώναζε το πρωί να πιούμε καφέ παρέα. Μ’ έβλεπε σαν γιο του. Μου δάνεισε και τα λεφτά να πάρω τη μηχανή, «για να βγάζω βόλτα τα κορίτσια». Ήμουν είκοσι χρονών και τα μαλλιά μου ανέμιζαν και κάθε βράδυ είχα άλλη.


Έφτιαξα μια ωραία παρέα με αγόρια και κορίτσια από τα καλύτερα σπίτια της Αθήνας. Ωραία εποχή, μετά τον πόλεμο οι άνθρωποι ήθελαν να ζήσουν. Κοιμόμασταν ελάχιστα. Γυρίζαμε στα καφέ και στα μπαρ και στα κέντρα και ο κόσμος μάς χάζευε. Ήμασταν τα λουλούδια της άνοιξης που έβγαιναν μετά τον βαρύ χειμώνα και μας καμάρωναν και μας ζήλευαν την ίδια στιγμή.


Γρήγορα βαρεθήκαμε, την πόλη την εξαντλήσαμε και αρχίσαμε τις εκδρομές, ολόκληρη πομπή κάθε φορά με τα αμάξια και τις μηχανές μας. Αξέχαστες μου έχουν μείνει όλες. Ιδίως εκείνη η παραλία στον Μαραθώνα που σήμερα είναι ένας βούρκος με ομπρέλες, ξαπλώστρες και κωλοβακτηρίδια. Τότε ήταν παράδεισος, τα νερά κρυστάλλινα, να τα πιεις στο ποτήρι. Μόνοι μας μες στο καταμεσήμερο, πετάξαμε τα ρούχα και βουτήξαμε όπως μας γέννησε η μάνα μας.


Γυρίσαμε έτσι όλη την Αττική και μετά πήγαμε και παραπέρα. Εγώ υποστήριζα Πελοπόννησο. Η γνώμη μου μετρούσε- πήγαμε στην Κόρινθο, πήγαμε στο Ναύπλιο και στις Μυκήνες, κάναμε και μια τετραήμερη μέχρι την Ολυμπία. Μετά κάποιος έριξε ιδέα «να δούμε και τα βόρεια»- πρότεινε Παρνασσό, Δελφούς, Αράχοβα.


Έγινε συζήτηση. «Εκεί δεν είναι τα μέρη σου;» με ρώτησαν.


«Από την άλλη μεριά», την έκοψα την κουβέντα.


Έφτασα νύχτα στο χωριό. Μπήκα μέσα με τη μηχανή σβηστή κι έκανα τον γύρο για ν’ αποφύγω την πλατεία και το καφενείο.


Το σπίτι είχε φως. Ήσυχα τακτοποίησα τη μηχανή στο στάβλο, ύστερα έσπρωξα σιγά σιγά την πόρτα.


Πρόλαβα ευτυχώς να βάλω το χέρι μπροστά- αλλιώς θα τα ’χανα τα μάτια μου.


«Μάνα εγώ είμαι», φώναξα, «πάρ’ το αυτό από πάνω μου».


Το ράμφος κόντευε να μου τρυπήσει το κρανίο.


«Κάτω, ρε!» του φώναξε, σαν να ήταν σκύλος. Ένας ωραίος άσπρος κόκορας. Στάθηκε πλάι της και με κοίταζε, έτοιμος να ορμήσει πάλι.


«Πήγαινε μέσα», τον πρόσταξε.


Δεν με αγκάλιασε, δεν με φίλησε. Δίκιο είχε, δεν ήμουν καλός γιος, ούτε γράμμα δεν είχα στείλει. Από τα παιδιά που γύρισαν από το μέτωπο ήξερε ότι δεν είχα σκοτωθεί στην Αλβανία, αυτό μόνο.


«Τι σου ’κανα, βρε τύραννε», σωριάστηκε στην καρέκλα, «τι σου ’κανα και πας να με πεθάνεις;»


Γονάτισα πλάι της, πήγα να την αγκαλιάσω, δεν με άφησε. Σκέπασε το πρόσωπό της με τις παλάμες.


Τίποτα δεν μου είχε κάνει, ούτε εκείνη ούτε ο πατέρας. Όταν φεύγω, τέρμα, δεν κοιτάζω πίσω. Έτσι ήμουν κι έτσι θα είμαι μέχρι να πεθάνω.


Έσκυψα το κεφάλι, δεν έβγαζα κουβέντα. Την άφησα να κλάψει όσο θέλει, να βγάλει όλο τον καημό που κουβαλούσε μέσα της. Κάποια στιγμή εντέλει απόκανε. «Άντε να πλύνεις τα χέρια σου», μου είπε, «να σου στρώσω να φας».


Την αγκάλιασα. Της είπα να κάτσει εκεί που είναι, δεν πείναγα. Και το στομάχι μου το ένιωθα περίεργα. Ό,τι και να έριχνα μέσα, είχα την αίσθηση ότι αμέσως θα το ξέρναγα.


Χαμογέλασε και μου χάιδεψε τα μαλλιά.


«Κάτσε ν’ ακούσεις», έκανα χαρούμενος, «έχω ένα σωρό να σου λέω».


Τα πιο σημαντικά ήταν η οβίδα που έσκασε πλάι μου και με πέταξε είκοσι μέτρα πέρα χωρίς να με αφήσει νεκρό ή παράλυτο και οι τρελές μάχες σώμα με σώμα μες στην έρημο της Αιγύπτου που ο ήλιος σε τηγάνιζε σαν αβγό.


«Μα εσύ έχεις μείνει μισός», έψαυσε τα πλευρά μου.


«Καλά είμαι», της είπα, «μη σε νοιάζει».


«Πώς να μη με νοιάζει;»


Ήθελα μόνο να ξαπλώσω στο κρεβάτι μου, να ξεκουράσω τα ποδαράκια μου.


«Θα γίνει και τούτο», με τράβηξε από το χέρι και μ’ έβαλε να κάτσω στο τραπέζι, «μην κινηθείς».


Κινήθηκα. Σηκώθηκα να πάω προς νερού μου. Τίποτα δεν είχε αλλάξει, σαν να ήταν χτες που έφυγα από το σπίτι. Πέρασα από το πλυσταριό, εκεί που σήμερα έχω φτιάξει ένα μπάνιο με υπέροχα γρανιτένια πλακάκια Ιταλίας, που τα αγόρασα ευκαιρία μισοτιμής. Εκεί την είδα.


«Έλα», έκανε του κόκορα να πλησιάσει. Μια χούφτα σπόρια στο ένα χέρι, το μαχαίρι στο άλλο.






Ο Ανδρέας Κεντζός γεννήθηκε το 1974 στην Αθήνα, όπου ζει και εργάζεται. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, Συγκεκριμένα ποιήματα, κυκλοφόρησε το 2010 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης. Τον Δεκέμβριο του 2014 κυκλοφόρησε η νέα του ποιητική συλλογή, σαραντατέσσερα,  από τις εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Ιταλικά και τα Ισπανικά.

Στις σελίδες της Logotexnia21 μπορείτε να διαβάσετε κάποια παλαιότερα αδημοσίευτα ποιήματά του (εδώ ή εδώ), μία επιλογή από την τελευταία ποιητική συλλογή του και τα διηγήματα «Τριλογία»,  «Κρίση»,  «Πρώτη ημέρα» και «Η δεύτερη νύχτα» και «Επιστροφή».



Heinrich von Kleist, Μίχαελ Κόλχαας (Η ιστορία ενός δίκαιου ανθρώπου)

Michael_Kolhaas_TRIS_Photo_by_Anastasia_Giannaki

[...]


Εκδίκηση - Η επιχείρηση στον πύργο των Τρόνκα

 

ΚΟΛΧΑΑΣ: Δυνάμει της εξουσίας που έχω εκ γενετής, καταδικάζω τον νεαρό άρχοντα Βέντσελ φον Τρόνκα να φέρει εντός τριημέρου από τη λήψη αυτής της απόφασης, στο Κολχάζενμπρουκ τα άλογα που είχε καταστρέψει στα χωράφια και να τα ταΐσει αυτοπροσώπως μέσα στον σταύλο ώσπου να παχύνουν.

 

Μόλις πέρασαν οι τρείς ημέρες, χωρίς να έχουν φέρει τα άλογα, κάλεσε τον Χέρζε:

 

ΚΟΛΧΑΑΣ: Είσαι πρόθυμος να έρθεις μαζί μου ως τον πύργο των Τρόνκα για να φέρουμε τον νεαρό άρχοντα; Αν, όμως ο άρχοντας είναι απρόθυμος να παχύνει ο ίδιος τα άλογα, είσαι διατεθειμένος να τον μαστιγώσεις;

 

ΧΕΡΖΕ: Αφέντη και σήμερα αν θέλεις!

 

Ο Κόλχαας άφησε το σπίτι, έβαλε τα παιδιά σε μια άμαξα και τα έστειλε πέρα από τα σύνορα˙ με το που νύχτωσε κάλεσε και τους υπόλοιπους δουλευτές του, επτά τον αριθμό, πιστούς ένας προς έναν σαν το χρυσάφι˙ τους όπλισε, τους έδωσε άλογα και ξεκίνησαν για τον πύργο των Τρόνκα. Όρμηξε λοιπόν με αυτή την μικρή ομάδα στον πύργο, μόλις έπεσε η νύχτα, ανατρέποντας τους δύο φρουρούς που στέκονταν στην πύλη συζητώντας, και πετάξανε δαδιά και πυρπόλησαν ξαφνικά όλα τα παραπήγματα στον περίβολο του πύργου, ο Χέρζε ανέβηκε τη στριφτή σκάλα, εισέβαλε στον πυργίσκο του καστελάνου που καθόταν μέσα μισόγυμνος και έπεσε πάνω του χτυπώντας και τρυπώντας τον, ο Κόλχαας όρμησε στον πύργο να βρει τον νεαρό άρχοντα Βέντσελ. Ο άγγελος της κρίσεως πέφτει λοιπόν από τον ουρανό, και ο νεαρός άρχοντας, ο οποίος προηγουμένως, σκασμένος στα γέλια, διάβαζε στην παρέα των νεαρών φίλων του

 

ΒΕΝΤΣΕΛ: Να παχύνω τα άλογα στο Κολχάζενμπρουκ!

 

ΚΟΛΧΑΑΣ: Αυτοπροσώπως!

 

Μόλις ο νεαρός άρχοντας άκουσε τη φωνή του αλογέμπορου στο προαύλιο του πύργου φώναξε: αδέρφια, τρέξτε να σωθείτε! Και εξαφανίστηκε. Ο Κόλχαας μπαίνοντας στη σάλα άρπαξε από το στήθος έναν νεαρό άρχοντα ονόματι Χανς φον Τρόνκα και τον πέταξε στη γωνία της σάλας όπου σκόρπισαν τα μυαλά του στις πέτρες,

 

ΚΟΛΧΑΑΣ: Πού είναι ο Βέντσελ φον Τρόνκα;

 

Και όταν οι ζαλισμένοι άντρες του απάντησαν ότι δεν ήξεραν και εκείνος με κλωτσιές έσπασε τις πόρτες δύο δωματίων και έψαξε το εκτεταμένο κτήριο σε κάθε κατεύθυνση και δεν βρήκε κανέναν, κατέβηκε βρίζοντας στο προαύλιο του πύργου, για να βάλει να φυλάνε τις εξόδους. Εν τω μεταξύ είχε πάρει φωτιά ο πύργος με όλα τα παρακείμενα κτήρια, και πολύς καπνός ανέβαινε ως τον ουρανό, και ενώ οι άνδρες μάζευαν ό,τι μπορούσε να μετακινηθεί και τα απίθωναν ανάμεσα στα άλογα για λεία τους, έπεσαν συνοδευόμενοι από τις κραυγές ενθουσιασμού του Χέρζε, από το ανοιχτό παράθυρο του ακρόπυργου τα πτώματα του καστελάνου, της γυναίκας του και των παιδιών του. Μόλις ο Κόλχαας κατέβηκε τη σκάλα του πύργου, έπεσε στα πόδια του η γριά οικονόμος, παιδεμένη απ' την ποδάγρα που κρατούσε το νοικοκυριό του νεαρού άρχοντα,

 

ΚΟΛΧΑΑΣ: Πού είναι ο Βέντσελ φον Τρόνκα;

 

ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ: Πιστεύω πως έχει καταφύγει στο παρεκκλήσι˙

 

Και έβαλε να σπάσουν τις πόρτες από το παρεκκλήσι με λοστούς και τσεκούρια αναποδογύρισε τραπέζια και πάγκους και όμως αναγκάστηκε να παραδεχτεί γεμάτος θυμό και πόνο πως ο νεαρός άρχοντας δεν ήταν εκεί. Την ώρα που ο Κόλχαας έβγαινε από το παρεκκλήσι, διέκρινε έναν νεαρό δουλευτή από το προσωπικό του πύργου των Τρόνκα

 

ΚΟΛΧΑΑΣ: Πού πας;

 

ΔΟΥΛΕΥΤΗΣ: Να σώσω τα πολεμικά άλογα του νεαρού άρχοντα, που τα απειλεί η φωτιά.

 

ΚΟΛΧΑΑΣ: Και γιατί δεν σώζεις τα δικά μου άλογα;

 

ΔΟΥΛΕΥΤΗΣ: Μα η παράγκα φλέγεται ήδη!

 

Και ο Κόλχαας έσπρωξε τον άνθρωπο μέσα στο φλεγόμενο παράπηγμα δίνοντας του γρήγορα χτυπήματα με τη λάμα του σπαθιού, και τον ανάγκασε, μες στα φρικτά γέλια των παρισταμένων, να σώσει τους μαυρίδες. Όμως όταν ο δουλευτής βγήκε κατάχλομος με τα άλογα απ' το παράπηγμα, το οποίο κατέρρεε πίσω του και ρώτησε τον αλογέμπορο:

 

ΔΟΥΛΕΥΤΗΣ: Τι να τα κάνω τώρα τα ζώα;

 

Ο Κόλχαας χωρίς να του απαντήσει καβάλησε το άλογο του και περίμενε αμίλητος να φέξει η μέρα.

 

 [...]

 

 

  

Ο Χάινριχ φον Κλάιστ (1777-1811) έγραψε τη νουβέλα Michael Kohlhaas το 1808. Ο Φραντς Κάφκα αγαπούσε ιδιαίτερα αυτό το έργο του Κλάιστ και έγραφε χαρακτηριστικά στην αγαπημένη του, Φελίτσε Μπάουερ, τον Φεβρουάριο του 1913: «τον ξέρεις; Αν όχι, τότε μην τον διαβάσεις! Εγώ θα σ' τον διαβάσω! [...] τον διάβασα απνευστί. Μάλλον ήδη για δέκατη φορά». 


Η παράσταση της ομάδας «Τρις» «Μίχαελ Κόλχαας - Η ιστορία ενός δίκαιου ανθρώπου» επαναλαμβάνεται για δεύτερη χρονιά κάθε Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή του Νοεμβρίου στις 21.00, στο BIOS Tesla.Basement. Η ομάδα «Τρις» σημειώνει στο σκηνοθετικό της σημείωμα: «Το κείμενο μας μαγνήτισε από την αρχή. Όχι γιατί έχουμε έτοιμες απαντήσεις και συμπεράσματα να επικοινωνήσουμε, αλλά ακριβώς γιατί αυτή η ιστορία μας προκαλεί σχεδόν αμηχανία. Το να αδικείται κάποιος από το κράτος είναι συχνό φαινόμενο. Σ' αυτό το αφήγημα συναντάμε, όμως, κάτι όχι και τόσο συχνό: έναν «υπερβολικά» δίκαιο άνθρωπο. Παρακολουθούμε την ιστορία ενός ανθρώπου που δε διστάζει να χάσει τα πάντα, να αλλάξει ολόκληρη τη ζωή του, προκειμένου να αποκαταστήσει την αδικία που του έγινε από την καθεστηκυία τάξη. Να μια ιστορία που αξίζει να πεις σήμερα. Επιλέξαμε να είμαστε μόνο τρεις ηθοποιοί επί σκηνής, σε ένα έργο που εμφανίζονται γύρω στα σαράντα πρόσωπα και που ο τόπος δράσης αλλάζει σχεδόν κάθε δύο σελίδες! Αυτός ο περιορισμός γεννά εφευρετικότητα και η εφευρετικότητα γεννά μια ζωντανή αφήγηση».

 

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ 

Mετάφραση: Θόδωρος Παρασκευόπουλος

Σκηνοθεσία / Δραματουργική Επεξεργασία/ Ερμηνεία: Ομάδα «Τρις» (Χρηστίνα Γαρμπή, Κώστας Κουνέλλας, Βασίλης Σαφός)

Σκηνικά: Άρτεμις Σιέρα

Κοστούμια: Δήμος Κλιμενώφ

Βοηθός ενδυματολόγου: Ιωάννα Παπακωνσταντίνου

Φωτισμοί: Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης

Φωτογραφίες: Αναστασία Γιαννάκη

Video promo: Θανάσης Τσιμπίνης

Σχεδιασμός Ήχου: Τάσος Παπαδόπουλος


Διαβάστε στη βιβλιοnet ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα για τον Χάινριχ φον Κλάιστ και δείτε ποια βιβλία του κυκλοφορούν στα Ελληνικά. Διαβάστε στην εφημερίδα Καθημερινή μία κριτική του συγγραφέα Δημήτρη Χρυσού Τομαρά για τον Μίχαελ Κόλχαας, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ερατώ, σε μετάφραση του Θόδωρου Παρασκευόπουλου.

Αλέξανδρος Κ., Ευτυχία. Μαρτύρια / Πολύ συνοπτική αφήγηση ενός έρωτα



I.


Πράγα, Αγίου Νικολάου 36, 4ος όροφος. Βράδυ Κυριακής, 22 Σεπτεμβρίου 1912, τέσσερις ημέρες πριν από την έκλειψη σελήνης.


Εκεί, στο δωμάτιό του, στην οικογενειακή εστία των τελευταίων πέντε χρόνων, στην οδό που την αποκαλούσε διάδρομο για αυτόχειρες, έτσι όπως έβγαζε φαρδιά πλατιά στον ποταμό, αφού πηγαίνει και κάθεται στο γραφείο του λίγο πριν από τις 10 το βράδυ, στο ανοιχτό παράθυρο, με θέα τη γέφυρα, την πιο μικρή γέφυρα της πόλης, αρχίζει κάποια στιγμή να γράφει.


Ήταν ένα πρωί Κυριακής την ωραιότατη άνοιξη, αρχίζει να γράφει, κι ύστερα συνεχίζει να γράφει απνευστί, χαίρεται που γράφει, κάποια στιγμή σταματάει, το βάρος του όλο το νιώθει στην πλάτη, σηκώνει το κεφάλι απ’ το χαρτί, γυρίζει και κοιτάζει το ρολόι, κι ύστερα συνεχίζει να γράφει πάλι απνευστί, χαίρεται που γράφει, το βάρος του όλο το νιώθει στην πλάτη, κάποια στιγμή σταματάει πάλι, για να γυρίσει και να κοιτάξει το ρολόι, κι ύστερα συνεχίζει να γράφει πάλι απνευστί, τα πόδια του έχουνε μουδιάσει, έτσι όπως κάθεται στο γραφείο του, δεν μπορεί να τα κουνήσει, αλλά γράφει, και χαίρεται που γράφει, σαν να προχωράει μέσα σε ποτάμι νιώθει, κάποια στιγμή σταματάει, το βάρος του όλο το νιώθει στην πλάτη, γυρίζει και κοιτάζει το ρολόι, 2 η ώρα δείχνουν οι δείκτες στο ρολόι, κι ύστερα συνεχίζει να γράφει πάλι, χωρίς ακόμα να ξέρει ότι θα σταματήσει να γράφει όταν θα έχει ξημερώσει Δευτέρα, η κούρασή του χάνεται μέσα στη νύχτα, και χαίρεται που γράφει, κάποια στιγμή αντιλαμβάνεται πώς πήρε να φωτίζει έξω απ’ το παράθυρό του, και συνεχίζει να γράφει, ακούει ένα αμάξι να περνάει, γράφει, χαίρεται που γράφει, κάποια στιγμή σταματάει, σηκώνει τα μάτια του, κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρό του, βλέπει δυο άνδρες να διασχίζουνε τη γέφυρα, την πιο μικρή γέφυρα της πόλης, και συνεχίζει να γράφει, σβήνει τη λάμπα, το φως της ημέρας τώρα του αρκεί, συνεχίζει να γράφει, νιώθει κάποιους πόνους στην καρδιά, και όταν γράφει Εκείνη τη στιγμή διερχόταν πάνω απ’ τη γέφυρα μια ατελείωτη όντως κυκλοφορία, βάζει τελεία, την εκατοστή ογδοηκοστή έβδομη τελεία, και σταματάει να γράφει, γιατί έχει πια τελειώσει.


Το ίδιο βράδυ, εκείνης της Δευτέρας, σε κάποιο σπίτι φιλικό, αρχίζει να διαβάζει στο μικρό ακροατήριο, που το απαρτίζουν οι τρεις αδελφές του κι ελάχιστοι φίλοι, Ήταν ένα πρωί Κυριακής την ωραιότατη άνοιξη, και λίγο πριν τελειώσει, λίγο πριν διαβάσει Εκείνη τη στιγμή διερχόταν πάνω απ’ τη γέφυρα μια ατελείωτη όντως κυκλοφορία, μόλις διαβάζει πάντοτε όμως σας αγαπούσα, συγκινείται, δακρύζει, διαβάζει δακρυσμένος κι αφέθηκε να πέσει, κάνει μια παύση στην τελεία, για να διαβάσει αποστασιοποιημένα και ψυχρά, όπως της πρέπει, την τελευταία πρόταση, κι ύστερα διαβάζει αποστασιοποιημένα και ψυχρά Εκείνη τη στιγμή διερχόταν πάνω απ’ τη γέφυρα μια ατελείωτη όντως κυκλοφορία, και σταματάει να διαβάζει, γιατί έχει πια τελειώσει.



II.


Πολύ αργότερα, εννέα μήνες μετά, καλοκαίρι του 1913, Ιούνιο μήνα, αλλά και τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, και μπορεί και το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς και τον χειμώνα και μπορεί και την επόμενη χρονιά και μπορεί και μετά και μπορεί και πολλά χρόνια αργότερα, οι αναγνώστες της Αρκαδίας θα αρχίζουν να διαβάζουν στη σελίδα 53 του ετήσιου τεύχους του 1913 Ήταν ένα πρωί Κυριακής την ωραιότατη άνοιξη ακριβώς κάτω από την αφιέρωση που είχε υποσχεθεί σ’ εκείνη έναν μήνα και δύο ημέρες έπειτα από εκείνη την Κυριακή, που καθισμένος στο γραφείο του άρχισε κάποια στιγμή να γράφει Ήταν ένα πρωί Κυριακής την ωραιότατη άνοιξη, την αφιέρωση που της είχε υποσχεθεί στην έβδομη επιστολή που της έγραψε και της την έστειλε συστημένη, στις 24 Οκτωβρίου, ημέρα Πέμπτη, μια πολύ πιο συνοπτική αφιέρωση από εκείνη που είχε γράψει αρχικά, αφού αναγκάστηκε εν τέλει να τη συντομεύσει, εκείνη την αφιέρωση, σβήνοντας άπαξ διά παντός την παιγνιώδη και ως έναν μόνο βαθμό ειλικρινή αιτιολογία της, για να μην παίρνει δώρα μόνον από άλλους, αλλά μια όντως σχεδόν πλήρως κατανοητή αφιέρωση, με τ’ όνομά της το μικρό, το αρχικό γράμμα απ’ το επώνυμό της και μια τελεία, και όχι όσο συνοπτική θα τυπωνόταν για πρώτη φορά, γιατί στο εξής έτσι θα τυπωνόταν και θα ανατυπωνόταν ως βιβλίο πια, τρία χρόνια αργότερα, το 1916, όταν τη συντόμευσε ακόμα πιο πολύ, προσδίδοντάς της εις τους αιώνας των αιώνων τη μυστηριώδη, αινιγματική και ζηλευτή φύση του αντιδώρου, για το οποίο, ωστόσο, ακόμα και το πρόσωπο, στο οποίο προσφέρεται το αντίδωρο, ενδέχεται ενίοτε να αμφιβάλλει, όταν η βεβαιότητά του για το άτομο που του προσφέρει το αντίδωρο έχει για κάποιο λόγο κλονιστεί και η αφιέρωση εξαντλείται σε ένα κεφαλαίο γράμμα και μια τελεία μόνο, ούτε καν σε δύο κεφαλαία γράμματα και δυο τελείες, που θα καθόριζαν με μεγαλύτερη ακρίβεια το ονοματεπώνυμο του συγκεκριμένου προσώπου και εν πάση περιπτώσει θα απέκλειαν όλα τα άλλα πρόσωπα, που τα αρχικά γράμματα του ονόματος και του επωνύμου τους δεν συμπίπτουν ακριβώς με τα αρχικά γράμματα στα οποία εξαντλείται η αφιέρωση.


Και, αλήθεια, πόσο να μειώνεται η όποια βεβαιότητα ή πόσο να πολλαπλασιάζεται ο κλονισμός αυτής της βεβαιότητας σε γλώσσες στις οποίες το όνομα και κατά συνέπεια και το αρχικό γράμμα ενός ονόματος σε μία αφιέρωση, αλλά και στις γλώσσες αυτές εν γένει, δεν συνοδεύεται, ή απλώς δεν είθισται να συνοδεύεται, από την αποκαλυπτική και γι’ αυτό λυτρωτική παρουσία ενός άρθρου, που αποκαλύπτει περίτρανα τουλάχιστον το γένος του προσώπου, στο οποίο προσφέρεται το αντίδωρο;


Μια ιστορία για ένα κεφαλαίο γράμμα αρχικό και μια τελεία. Έτσι θα έμενε στην Ιστορία η ιστορία που άρχισε να γράφει εκείνη την Κυριακή, αν εκείνη σαράντα τρία χρόνια έπειτα από εκείνη την Κυριακή, που καθισμένος στο γραφείο του άρχισε κάποια στιγμή να γράφει Ήταν ένα πρωί Κυριακής την ωραιότατη άνοιξη, και τριάντα ένα χρόνια μετά τον θάνατό του, γερασμένη και άρρωστη, πολύ άρρωστη, πέντε χρόνια πριν πεθάνει και εκείνη, δεν πουλούσε από ανάγκη τις επιστολές που της έστελνε όταν την αγαπούσε.



III.


Γιατί δύο ημέρες πριν από εκείνο το ολοκληρωτικό άνοιγμα του σώματος και της ψυχής εκείνη την Κυριακή, που καθισμένος στο γραφείο του άρχισε κάποια στιγμή να γράφει Ήταν ένα πρωί Κυριακής την ωραιότατη άνοιξη, και τριάντα οκτώ ημέρες μετά τη γνωριμία τους σε κάποιο σπίτι φιλικό μια καλοκαιρινή νύχτα ασέληνη, για την ακρίβεια στις 20 Σεπτεμβρίου, ημέρα Παρασκευή, κάποια ώρα προχωρημένη πρωινή, εν ώρα εργασίας, καθισμένος στο γραφείο της υπηρεσίας του, της είχε γράψει την πρώτη επιστολή, και της την έστειλε συστημένη. Πολυτίμητη δεσποσύνη!, είχε αρχίσει να δακτυλογραφεί στη γραφομηχανή της υπηρεσίας του, και έπειτα από τριακόσιες ενενήντα επτά λέξεις, που για να τις γράψει χρειάστηκε να χτυπήσει τουλάχιστον δύο χιλιάδες τετρακόσιες ογδόντα τέσσερις φορές κάποιο πλήκτρο στη γραφομηχανή της υπηρεσίας του, είχε δακτυλογραφήσει Δικός σας αφοσιωμένος εγκαρδίως κι ύστερα είχε υπογράψει, με τίτλο, ονοματεπώνυμο, πόλη, οδό και αριθμό.



IV.


Την αναγγελία των αρραβώνων τους εκείνη τη δημοσιεύει στην Ημερησία του Βερολίνου στις 21 Απριλίου 1914, ημέρα Τρίτη. Τρεις ημέρες μετά τη δημοσιεύει και εκείνος στην Ημερησία της Πράγας. Την 1η Ιουνίου 1914, ημέρα Δευτέρα, αρραβωνιάζονται επισήμως στο Βερολίνο.


Έπειτα από σαράντα μία ημέρες, στις 12 Ιουλίου, ημέρα Κυριακή, συναντιούνται στην ίδια πόλη, στην Ασκανική Αυλή, στο ξενοδοχείο, όπου έχει καταλύσει εκείνος. Παρόντες είναι επίσης ένας φίλος του, μία δική της φίλη, με την οποία τελευταία αλληλογραφούσε και εκείνος, και η αδελφή της. Εκείνος αισθάνεται ότι τον δικάζουν. Χωρίζουν.


Δεκαεπτά ημέρες μετά, στις 29 Ιουλίου 1914, ημέρα Τετάρτη, κάποια ώρα προχωρημένη νυχτερινή αρχίζει κάποια στιγμή να γράφει Ο Γιόζεφ Κ., ο γιος ενός πλούσιου εμπόρου, πριν περάσει όμως ένας μήνας αλλάζει γνώμη και κάποια ώρα προχωρημένη νυχτερινή αρχίζει κάποια στιγμή να γράφει πάλι Κάποιος πρέπει να τον είχε συκοφαντήσει τον Γιόζεφ Κ.


Έπειτα από δύο χρόνια, τον Ιούλιο του 1916, ταξιδεύουν, εκείνος από την Πράγα, εκείνη από το Βερολίνο, και συναντιούνται ανήμερα των γενεθλίων του, ημέρα Δευτέρα, στο Μαρίενμπαντ. Μένουν εκεί δέκα ημέρες.


Στις 12 Ιουλίου 1917, ημέρα Πέμπτη, αρραβωνιάζονται επισήμως για δεύτερη φορά στην Πράγα και κάνουν ένα ταξίδι στη Βουδαπέστη. Έπειτα από πέντε μήνες, στις 25 Δεκεμβρίου, ημέρα Τρίτη, εκείνη τον επισκέπτεται πάλι στην Πράγα. Δύο ημέρες μετά χωρίζουν οριστικά.



V.


Εκείνος πεθαίνει στις 3 Ιουνίου 1924, ημέρα Τρίτη, σε ένα σανατόριο στο Κήρλινγκ, κοντά στη Βιέννη, 237,85 χιλιόμετρα μακριά από τη γενέτειρά του. Κοντά του βρίσκονται η τελευταία του αγαπημένη και ένας φίλος του.


Περνούν χρόνια.


Εκείνη πεθαίνει χήρα στις 15 Οκτωβρίου 1960, ημέρα Σάββατο, στη μικρή πόλη Ράυ της Νέας Υόρκης, 6.722,20 χιλιόμετρα μακριά από τη γενέτειρά της. Αφήνει πίσω της έναν σαραντάχρονο γιο και μία τριανταεννιάχρονη κόρη.


Συνολικά εκείνος της έγραψε περισσότερες από 500 επιστολές, καρτ ποστάλ, κάρτες και τηλεγραφήματα. Πολύ λιγότερες πρέπει να του έγραψε εκείνη.


Απ’ όσα της έγραψε εκείνη φύλαξε: 101 επιστολές, 4 καρτ ποστάλ, 1 κάρτα, 1 τηλεγράφημα και 1 σημείωμα από το 1912, 204 επιστολές, 11 καρτ ποστάλ και 1 τηλεγράφημα από το 1913, 23 επιστολές και 1 τηλεγράφημα από το 1914, 8 επιστολές, 9 καρτ ποστάλ και 9 κάρτες από το 1915, 12 επιστολές, 117 κάρτες και 4 τηλεγραφήματα από το 1916 και 3 επιστολές από το 1917, η τελευταία εκ των οποίων είναι γραμμένη στις 16 Οκτωβρίου, ημέρα Τρίτη.



Απ’ όσα του έγραψε εκείνος δεν φύλαξε τίποτα. 






Το διήγημα «Ευτυχία. Μαρτύρια - Πολύ συνοπτική αφήγηση ενός έρωτα» δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο 57o τεύχος του περιοδικού Unfollow τον Σεπτέμβριο του 2016. 

O Αλέξανδρος Κυπριώτης είναι συγγραφέας και μεταφραστής. Άρχισε να δημοσιεύει κείμενα στο blog Logotexnia21 ως Αλέξανδρος Κ. τον Δεκέμβριο του 2009. Το 2013 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ίνδικτος το πρώτο του βιβλίο με τίτλο Μ' ένα καλό ακονισμένο μαχαίρι. Ιστορίες ανθρώπων. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο.



Κώστας Παντιώρας, Το σορτς

Photo by Griszka Niewiadomski


«Το άλλο καλοκαίρι θα ευθυμήσουμε.

Είμαστε οι άνθρωποι που έμειναν

Είναι κι αυτό κάτι.»

Γιώργος Β. Μακρής

 

Έχεις φιλήσει ποτέ σου τα τσακισμένα πόδια μιας πωλήτριας; Κάτω από το δέρμα της ταξιδεύει με οτοστόπ η κούραση δώδεκα ωρών κι είκοσι χρόνων. Γόνατα, μηροί και πέλματα. Γάμπες… μια στάση εδώ! Φύσηξες μήπως τη δροσερή πνοή σου πάνω απ’ τον σκυμμένο σβέρκο μιας «νυχούς»; Πλέξε τα μαλλιά της να φανούν οι σπόνδυλοι, χτένισέ τη στο ρεπό, κάποια Τετάρτη βράδυ του Ιούλη. Μόνο να κάτσετε έξω με μπύρες και καρπούζι και τασάκια … έξω να σκάει ο τζίτζικας και μέσα να παίζει η τηλεόραση ανοιχτή κι αδιάφορη, ίσα που να νομίσει το κορίτσι πως έχετε κόσμο, φίλους καλεσμένους, ίσως κάποιο πάρτι κι ακόμη ίσως μια κανονική ζωή.

Ρούχα της δουλειάς. Άσπρο πουκάμισο, μαύρο παντελόνι. Ντυμένος σαν προσυλητιστής.

Έχεις ένα λεπτό να σου μιλήσω για τον Κύριο και Σωτήρα μας, τον Καπιταλισμό;

Πώς βρέθηκα εδώ, ούτε που το σχεδίασα. Έκπτωτος από το θρόνο της νεανικής φιλοδοξίας στην περίοδο των εκπτώσεων. Όρθιος δίπλα στο κατακόκκινο πανώ που αναγράφει τα ποσοστά … είκοσι τοις εκατό, πενήντα τοις εκατό, περάστε κόσμε! Περάστε να ασημώσετε την καταδίκη μας. Στέκομαι ακίνητος σιμά στο τζάμι, όμοιος κι αμίλητος με τις θλιμμένες κι ερμαφρόδιτες κούκλες της βιτρίνας. Οι κούκλες δεν έχουν φύλο. Πως θα μπορούσαν άλλωστε; Δεν αυξάνονται, δεν πληθύνονται. Κάνουν τη δουλειά για την οποία είναι προορισμένες και μόλις παλιώσουν, μόλις κιτρινίσουν ή χαλάσουν, σαν φύγει κάποιο χέρι και ξεχαρβαλωθεί θα πεταχτούν. Ύστερα κάποιος πλανόδιος φτωχοδιάβολος θα τις φορτώσει πάνω σ’ ένα τρίκυκλο που ξερνά ξοπίσω του μικρά σύννεφα καμένης βενζίνης. Θα ανηφορίσει την Πειραιώς. Προορισμός Μοναστηράκι. Η πολυεστερική σορός μιας κούκλας πάνω σε σωρό από χαρτόκουτα. Το παρακατιανό τρίκυκλο, ο κιλλίβαντας που της πρέπει. Αντίο με όλες τις τιποτένιες δόξες και τις ελεεινές τιμές…

Μια μέρα κι άλλη μια, άντε να βγει η βδομάδα. Μέσα στο κρανίο μου υπάρχουν παραλίες, παφλάζουν κύματα, ηχούν οι χαρμόσυνοι φλοίσβοι του θέρους.

– ο Εμπειρίκος αν ζούσε και μάθαινε ποτέ την ύπαρξή μου, εδώ θα μου ‘σφιγγε το χέρι ή θα με ‘φτυνε στα μούτρα –

Αγχωμένες γουλιές, αγχωμένες τζούρες. Όποιος αργεί στη δουλειά απολύεται. Μολοταύτα κάθε πρωί τη στήνω στην αρχή της Τσαμαδού. Τα πόδια μου μ’ έχουν εγκαταλείψει. Οδόστρωμα με κλίση. Προσμένω να περάσει κάποιο όμορφο κορίτσι να ανέβουμε αντάμα. Τ’ άρωμά της θα με τραβήξει σαν βίντσι, η πλάτη της σωστό τελεφερίκ!

Αποθήκη. Μουσική δωματίου, κονσέρτο για αποχέτευση και καζανάκι. Πάνω μου σε δαιδαλώδεις σχηματισμούς περνούν τα σκατά της πολυκατοικίας. Εδώ καταλήγει η ανάγκη των νοικοκυραίων, μαγείρεψαν κι έφαγαν συνταγές που βρήκαν στο διαδίκτυο. Τούτη τη στιγμή τα τακούνια μιας Μπέλα Χαντίντ χτυπούν στις πλάκες του πεζοδρομίου. Θα τρέξω στις σκάλες να τη δω να περνάει. Θα τρέξω μα δε βαστώ. «Μη χασομεράς, πιο γρήγορα!». Οι ωραιότερες γυναίκες ψωνίζουν δώρα για τους άνδρες τους. Μυρίζουν τη μπόχα της ευτυχίας. Τις εξυπηρετούν άλλες γυναίκες που δεν μπορούν να αγοράσουν τίποτα. Παραδοξότητα. Κιρσοί και φλεβίτιδα, το τατουάζ της εργατικής τάξης. Χιλιάδες βελόνες η ορθοστασία. Χρώμα μπλε βαθύ, μα όχι σαν της θάλασσας, χρώμα βάναυσο. Το Τζάνειο εφημερεύει, ουρλιάζουν οι σειρήνες στο μποτιλιάρισμα, λιώνουν τα ελαστικά στην πίσσα. Κάποιοι από εμάς πεθαίνουν. Πεθαίνουν στην άσφαλτο, στα επείγοντα, στο ράντζο. Αυτό είναι όλο. Αυτό είναι μόνο.

Σε μισή ώρα σχολάω. Θα πετάξω από πάνω μου τα μονότονα ρούχα. Θα μείνω με το λερό εσώρουχο. Θα καταπιώ ζεσταμένο φαΐ. Αυτός είναι ο βίος μου. Τώρα πεθυμώ φρεσκάδα, λιγώνομαι για δροσιά φασκιωμένη μέσα σε τζιν σορτσάκια. Σαν τελειώσει η μέρα, ολόκληρος ο κάματός μου με οδηγεί σε μιαν αφελή ονειροπόληση της νυκτός … ένα κορίτσι κι ένα τόσο δα σορτς!


Το κείμενο του Κώστα Παντιώρα «Το σορτς» δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ιστολόγιό του



Ece Temelkuran, Ο μεγάλος εμπρησμός

 
Silhouette in the disguise, Photo by Nathan Grey
Silhouette in the disguise, Photo by Nathan Grey

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Είναι μιά­μιση τη νύχτα και απ’ όλους τους μινα­ρέ­δες στην Τουρ­κία ακού­γε­ται αστα­μά­τητα αυτή η ειδική μακρό­συρτη προ­σευχή που λέγε­ται σε περι­πτώ­σεις θανά­του. Τελειώ­νει η μία, αρχί­ζει η άλλη. Το μπου­μπου­νητό των μαχη­τι­κών αερο­σκα­φών πάνω απ’ τις στέ­γες μας μπερ­δεύ­ε­ται με αυτή την προ­σευχή, που φτά­νει μέχρι το μεδούλι και που για μας αναγ­γέλ­λει το θάνατο. Όταν οι ήχοι απ’ τις συμπλο­κές στα­μα­τάνε, έρχο­νται από τα τζα­μιά ανα­κοι­νώ­σεις για αντί­σταση στο στρατό:


 


«Τζι­χάντ είναι! Βγείτε για τον Αλλάχ στους δρό­μους!»


 


Τι κάνετε, όταν ανα­ρω­τιέ­στε αν το επό­μενο πρωί θα ξυπνή­σετε με ένα στρα­τιω­τικό πρα­ξι­κό­πημα ή σε μία Ισλα­μική Δημο­κρα­τία;


Αστείο ήταν αυτό.


 


 


Ο σαρκασμός φθάνει αδιανόητες κορφές


 


Εδώ και καιρό οι άνθρω­ποι στην Τουρ­κία μετράνε τα όρια του χιού­μορ, για να δια­τη­ρή­σουνε την πνευ­μα­τική τους υγεία. Ο σαρ­κα­σμός φθά­νει αδια­νό­η­τες κορ­φές. Δεν ξέρω αν αυτό είναι δείγμα αρρω­στη­μέ­νης ευαι­σθη­σίας ή αν οι άνθρω­ποι απλώς προ­σπα­θούν να τα βγά­λουν πέρα με τη ζωή, όμως ενώ ανα­ρω­τιό­μα­στε πότε θα σπά­σουνε τα τζά­μια από το θόρυβο των μαχη­τι­κών αερο­σκα­φών, πότε θα φτά­σουν έξω απ’ την πόρτα μας οι πυρο­βο­λι­σμοί που πλη­σιά­ζουν, στα κοι­νω­νικά μέσα, το μονα­δικό τόπο όπου μιλάμε μεταξύ μας, κυκλο­φο­ρούν ανέκ­δοτα:


 


«Η τουρ­κική δημο­κρα­τία πέθανε, γι’ αυτό ακού­γε­ται η σελά».


 


Στην αρχή ήταν όντως σχε­δόν αστείο, ήταν πιο λογικό να πιστέ­ψεις ότι ήταν σκη­νο­θε­τη­μένο. Μία χού­φτα σαστι­σμέ­νοι νέοι στρα­τιώ­τες είχε κλεί­σει μία από τις γέφυ­ρες στο Βόσπορο. Φωνά­ζανε στους ανθρώ­πους: «Πηγαί­ντε σπί­τια σας!» Έχω γρά­ψει ένα μυθι­στό­ρημα για το στρα­τιω­τικό πρα­ξι­κό­πημα του 1980, ξέρω ότι κανένα πρα­ξι­κό­πημα δεν γίνε­ται έτσι. Το πρα­ξι­κό­πημα είναι σοβαρή υπό­θεση. Άνθρω­ποι που έχουν ζήσει πρα­ξι­κο­πή­ματα έγρα­ψαν αμέ­σως στα κοι­νω­νικά μέσα: “Είναι παι­χνίδι του Ερντο­γάν, λέει: «Κάνουν πρα­ξι­κό­πημα ενα­ντίον μου», και την επό­μενη μέρα θα ανα­κη­ρυ­χθεί πρό­ε­δρος”.


 


Πιο σοβαρό έγινε το πράγμα, όταν ο Ερντο­γάν εμφα­νί­στηκε στα κανά­λια της τηλε­ό­ρα­σης μέσω της υπη­ρε­σίας chat Facetime και καλούσε το λαό να βγει στους δρό­μους, για να προ­στα­τέ­ψει τη δημο­κρα­τία. Ήμουν πεπει­σμένη ότι κανέ­νας, που λόγω συλ­λο­γι­κής μνή­μης γνώ­ριζε πόσο βίαια είναι τα πρα­ξι­κο­πή­ματα, δεν θα έβγαινε στους δρό­μους. Ωστόσο, μέσα σε λίγα λεπτά γέμι­σαν οι δρό­μοι με αυτο­κί­νητα γεμάτα ανθρώ­πους, που φώνα­ζαν «Αλλά­χου Άκμπαρ – Ο Θεός είναι μεγά­λος!». Ένα παρά­λογο θέαμα.


 


 


Εμείς φοβόμασταν τη νύχτα που ξημέρωνε Σάββατο


 


Στο αερο­δρό­μιο άνθρω­ποι έδι­ναν κλο­τσιές σε τεθω­ρα­κι­σμένα, πολί­τες έπια­ναν ομή­ρους νεα­ρούς στρα­τιώ­τες που ούτε καν αντι­στέ­κο­νταν, υπήρ­ξαν ακόμα και περι­στα­τικά λιν­τσα­ρί­σμα­τος στρα­τιω­τών.


 


Τα συν­θή­ματα «Αλλά­χου Άκμπαρ» σύντομα ακού­γο­νταν και στο CNN Türk. Μέσα σε μια ώρα, αφού η παρου­σιά­στρια είχε πει: «Στρα­τιώ­τες κατα­λαμ­βά­νουν το σταθμό», εμείς δεν βλέ­παμε στην οθόνη στρα­τιώ­τες με μία δια­κή­ρυξη για το πρα­ξι­κό­πημα, αλλά έναν παρά­ξενο νεαρό άντρα, προ­φα­νώς οπαδό του Ερντο­γάν. Φώναξε τρεις φορές «Αλλά­χου Άκμπαρ» στην κάμερα κι ύστερα κάθισε βαριε­στη­μέ­νος.


 


 Όλη η χώρα παρα­κο­λου­θούσε εκεί­νον τον άντρα με το ροζ μπλου­ζάκι, που ασχο­λού­νταν με το κινητό του και προ­σπα­θούσε με το τηλε­χει­ρι­στή­ριο να θέσει σε λει­τουρ­γία τις συσκευές τηλε­ό­ρα­σης του σταθ­μού. Συγ­χρό­νως βάζαμε μαξι­λά­ρια στα τζά­μια στα παρά­θυρα που έτρι­ζαν από το μπου­μπου­νητό των μαχη­τι­κών αερο­σκα­φών. Τίποτα και­νούρ­γιο για μας, η θλίψη και ο φόβος μας διαρ­κώς δια­κό­πτο­νται από παρα­λο­γι­σμό.


 


Εμείς φοβό­μα­σταν τη νύχτα που ξημέ­ρωνε Σάβ­βατο. Μόνο ο πρό­ε­δρος της Δημο­κρα­τίας δεν φοβό­ταν! Το αερο­πλάνο του έκανε κύκλους για πολλή ώρα στον αέρα, όταν τελικά προ­σγειώ­θηκε στο αερο­δρό­μιο Ατα­τούρκ στην Ισταν­μπούλ, μεταξύ των χιλιά­δων ανθρώ­πων που τον περί­με­ναν εκεί βρι­σκό­ταν και ο γαμπρός του, ο υπουρ­γός μας Ενέρ­γειας Μπε­ράτ Αλμπαϊ­ράκ. Ενώ η από­πειρα πρα­ξι­κο­πή­μα­τος που υπο­κι­νή­θηκε από μία χού­φτα στρα­τη­γούς ολί­σθαινε στο χάος, ενώ μαχη­τικά αερο­σκάφη βομ­βάρ­δι­ζαν το Κοι­νο­βού­λιο στην Άγκυρα, ενώ γνώ­στες της Ιστο­ρίας έκα­ναν συγκρί­σεις με το Ράιχ­σταγκ, ήταν εντυ­πω­σιακό πόσο ήρεμα αντέ­δρα­σαν εκεί­νοι οι δύο:


 


«Χάρη μάς κάνει ο Αλλάχ μ’ αυτό. Γιατί; Επειδή αυτό το περι­στα­τικό θα φέρει μία εκκα­θά­ριση στις ένο­πλες δυνά­μεις μας».


 


Μ’ αυτό ήταν σαφές σε τι χώρα θα ξυπνού­σαμε το επό­μενο πρωί. Σε μια χώρα, στην οποία κυκλο­φο­ρούν φωτο­γρα­φίες, που δεί­χνουν έναν από εκεί­νους, που κλή­θη­καν να βγουν στους δρό­μους για να υπε­ρα­σπι­στούν τη δημο­κρα­τία, να κόβει το λαρύγγι σε έναν στρα­τιώτη που είχε παρα­δο­θεί. Ήταν το πρωί μιας χώρας, στην οποία δεν ενι­σχύ­θηκε η δημο­κρα­τία, αλλά ο Ερντο­γάν.

 

 

 

Μετάφραση από τα Γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης





 

Το κείμενο της Τουρκάλας συγγραφέως Ετζέ Τεμελκουράν (γεν. 1973) «Ο μεγάλος εμπρησμός» δημοσιέυθηκε για πρώτη φορά στις 17 Ιουλίου 2016 στην Frankfurter Allgemeine Zeitung μεταφρασμένο στα Γερμανικά από τις Sabine Adatepe και MonikaDemirel. Στα Ελληνικά δημοσιεύθηκε την ίδια ημέρα στις Σελίδες των εκδόσεων Καστανιώτη. Από τις εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορεί το μυθιστόρημά της Η μαγική πνοή των γυναικών, μεταφρασμένο από τα Τουρκικά από την Στέλλα Χρηστίδου.

 

Η Ετζέ Τεμελκουράν, συγγραφέας, δημοσιογράφος και πολιτική αρθρογράφος, ανήκει στις δημοφιλέστερες προσωπικότητες της σημερινής Τουρκίας. Γεννήθηκε το 1973 στη Σμύρνη. Το 1995 αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Άγκυρας και το 1993 άρχισε τη δημοσιογραφική της σταδιοδρομία στην εφημερίδα Τζουμχουριέτ. Έκτοτε έχει εκδώσει έρευνες και βιβλία για ζητήματα που παραμένουν ακανθώδη στην πατρίδα της, όπως είναι το Κουρδικό ή το Αρμενικό, τα δικαιώματα των γυναικών και η ελευθερία της έκφρασης. Μεταξύ των βραβείων που έχει λάβει είναι και το Pen for Peace Award. Κείμενά της δημοσιεύονται σε διεθνή μέσα (The Guardian, Le Monde diplomatique, New Left Review κ.ά.), ενώ δίνει συχνά διαλέξεις σε ακαδημαϊκά ιδρύματα. Το 2010 εκδόθηκε το πρώτο της μυθιστόρημα, με τίτλο Οι ήχοι της μπανάνας. Το δεύτερο μυθιστόρημά της, Η μαγική πνοή των γυναικών, κυκλοφόρησε το 2013 και σημείωσε μεγάλη επιτυχία – έχει ξεπεράσει τα 120.000 αντίτυπα στην Τουρκία και μεταφράζεται σε περισσότερες από δεκαπέντε γλώσσες. Το πλέον πρόσφατο μυθιστόρημά της, με τίτλο Εποχή, εκδόθηκε το 2015.

Мирослав Пенков, Νυχτερινός ορίζοντας

photo by Margarit.Ralev.Com


1

 

Χωρούσε σαν το βότσαλο στην παλάμη του πατέρα της, όταν την πρωτοκράτησε. Παλάμη κίτρινη, λεκιασμένη από το αρμάθιασμα των φύλλων του καπνού, κι εκείνη μες στα αίματα, τυφλή και ήσυχη. Δεν έκλαψε όταν την πήρε ο πατέρας της. Δεν ανέπνεε. Ένα βότσαλο μες στα αίματα ήταν όλη κι όλη τότε. Κι έτσι ο πατέρας της την ταρακούνησε και τη χαστούκισε στο πρόσωπο και τότε εκείνη έκλαψε, και τότε ανέπνευσε.

 

Την ύψωσε ψηλά ώς το ταβάνι, λες κι ο Θεός δεν έβλεπε καλά και δεν θα μπορούσε να τη δει εκεί κάτω που βρισκόταν. Και κάλεσε το όνομά της Κεμάλ, που ήταν τ’ όνομά του, στην πραγματικότητα το όνομα του πατέρα του, κι ύστερα το επανέλαβε σαν περήφανο τραγούδι, για να βεβαιωθεί πως ψηλά στη Γιαννάχ o άγγελος είχε ακούσει καλά και είχε γράψει σωστά τ’ όνομά της στο μεγάλο βιβλίο.

 

«Δεν μπορείς να δώσεις στην κόρη σου αντρικό όνομα», του είπε ο χότζας. «Είναι πολύ αργά πια», απάντησε ο πατέρας της. «Έχει γραφτεί».

 

 

2

 

Ο πατέρας της Κεμάλ έφτιαχνε γκάιντες στα βουνά της Ροδόπης. Κάμπα γκαϊντί τις έλεγαν – τεράστιες στα χέρια του οργανοπαίχτη, με έναν ήχο βαρύτονο, μονότονο, όλο καημό. Είχε φτιάξει ένα εργαστήρι στην αυλή και είχε την κούνια της Κεμάλ εκεί, στο εργαστήρι, ενώ άνοιγε τρύπες σε αυλούς κι έκοβε καλάμια, ενώ τρυπούσε δέρματα κατσίκας κι έφτιαχνε μεχ για τις γκάιντές του.

 

«Άσ’ την ν’ αναπνεύσει πριονίδι», έλεγε στη μητέρα της. «Άσε να τρέξει μαζί με το αίμα της και άσ’ το να περάσει απ’ την καρδιά της».

 

Όταν η Κεμάλ ήταν ακόμα πολύ μικρή, ο πατέρας της την κάθισε σε μια καρέκλα με τρία πόδια στη γωνία και της έβαλε στα χέρια ένα σκαρπέλο. Της έδειξε πώς να σκαλίζει μικρά ημικύκλια στις πλευρές ενός αυλού και μετά της είπε να φτιάξει τα δικά της σχέδια. «Κάν’ τα όμορφα», της είπε κι έτσι, μέρα τη μέρα, καθώς εκείνος καμπούριαζε πάνω από τον τόρνο του, η Κεμάλ σκάλιζε μικρούτσικα μισοφέγγαρα και τελίτσες σαν μακρινά αστέρια σε ξύλινο ουρανό. Μερικές φορές τρυπούσε τα δάχτυλά της, μερικές φορές τα έκοβε. Όμως δεν έκλαιγε ποτέ. Άφηνε μόνο τα εργαλεία στο χώμα και πήγαινε στον πατέρα της και έφερνε το δάχτυλό της στα χείλη του, με τη σκόνη κόκκινη και να κολλάει, για να ρουφήξει το βρώμικο αίμα, για να φτύσει τον πόνο στο πάτωμα. Ύστερα εκείνος την έβαζε να το πατήσει με δύναμη, σαν κεφάλι φιδιού κάτω απ’ τη φτέρνα της.

 

Όταν η Κεμάλ μεγάλωσε λιγάκι, ο πατέρας της την έμαθε να διαλέγει ξύλο για τους αυλούς. Την έπαιρνε έξω από το χωριό, ανηφορίζοντας τον στενό δρόμο ώς τα χωράφια με τα καπνά κι ακόμα πιο πάνω μέσα από τα λιβάδια, ψάχνοντας για ξύλο κρανιάς. Αν έβρισκαν το σωστό δέντρο, ο πατέρας έχωνε τα δόντια του σ’ ένα κλαδί και το γευόταν κι έπειτα η Κεμάλ το γευόταν κι εκείνη. Όσο πιο πικρή η γεύση, της έλεγε ο πατέρας της, τόσο πιο σκληρό το ξύλο. Όσο πιο σκληρό το ξύλο, τόσο πιο απαλά τραγουδούσε. Μόνο το πολύ σκληρό ξύλο μπορεί να βγάλει μουσική. Ύστερα έκοβε το δέντρο με τσεκούρι και κλάδευε τα κλαδιά του, τα οποία η Κεμάλ τα ’δενε με σκοινί και τα μετέφερε σπίτι αγκαλιά. Άφηναν τα κλαδιά να στεγνώνουν στο εργαστήρι, επειδή, για να βγάλει μουσική, έμαθε η Κεμάλ, το ξύλο έπρεπε να ’ναι στεγνό.

 

Μια φορά, έναν χειμώνα, στοίβαξαν μια αγκαλιά παγωμένα κλαδιά στη γωνία και τ’ άφησαν εκεί για μερικές μέρες, στη ζεστή καλύβα. Ύστερα, ένα πρωί, η Κεμάλ είδε πως τα κλαδιά είχαν ανθίσει: μεγάλα, λευκά λουλούδια που μύριζαν σαν σκατά σκύλου. «Αυτό είναι οιωνός», της είπε ο πατέρας της κι εκείνη τον βοήθησε να βάλει φωτιά στο σωρό.

 

 

3

 

O πατέρας της Κεμάλ φρόντιζε να είναι πάντα το κεφάλι της ξυρισμένο γουλί, παρότι αυτό δεν άρεσε στην Κεμάλ. Δεν της άρεσε ο εαυτός της στον καθρέφτη. Της άρεσαν τα μαλλιά της μητέρας της, οι χοντρές μαύρες κοτσίδες που έπεφταν σαν σκοινιά κάτω από τη μαντίλα της. Δεν της επιτρεπόταν όμως να τις ακουμπήσει εκείνες τις κοτσίδες ούτε της επιτρεπόταν να τις πλέξει.

 

«Αρκετά μ’ αυτή την ανοησία», είπε μια φορά ο πατέρας της όταν, κάτω από την τέντα, η Κεμάλ είχε χτενίσει τα μαλλιά της μητέρας της καθώς η μητέρα της έγνεφε μαλλί για πασουμάκια. «Οι γκάιντες περιμένουν».

 

Τα παιδιά του χωριού κορόιδευαν την Κεμάλ επειδή το κεφάλι της ήταν γυαλιστερό σαν σαύρας, επειδή μύριζε σαν κατσίκα και επειδή ο πατέρας της ήταν τρελός. Πρέπει να είναι, της έλεγαν, αλλιώς γιατί να δώσει στην κόρη του όνομα αγοριού; Κι αν η Κεμάλ ήταν στ’ αλήθεια κορίτσι, πώς και δεν φορούσε σαμίγια; Δεν ήξερε πως ο Αλλάχ μισούσε τις γυναίκες που δεν φορούσαν μαντίλα; Πως Εκείνος έστελνε πεινασμένα σκουλήκια να εκκολαφθούν στο κεφάλι τους και να τους φάνε τα σωθικά;

 

«Ανοησίες», είπε ο πατέρας της όταν τον ρώτησε η Κεμάλ. «Είσαι κατασκευαστής γκάιντας. Για να φτιάξεις γκάιντες χρειάζεσαι αντρικό όνομα». Ύστερα την πήγε στο τζαμί κι όταν ο χότζας αρνήθηκε να την αφήσει να μπει μέσα –όταν φώναξε: «Προκαλείς την οργή του Αλλάχ!»– ο πατέρας της γέλασε δυνατά και την έσπρωξε μέσα χωρίς να τον νοιάξει. Η Κεμάλ προσευχήθηκε μαζί του και, αργότερα, στο εργαστήρι του, ο πατέρας της της έμαθε στίχους από το Κοράνι που εκείνη απήγγελλε καθώς δούλευε στις γκάιντες, ώστε η δουλειά να κυλά πιο ελαφριά, ώστε ο ήχος τους να βγαίνει πιο γλυκός.

 

Η Kεμάλ ήταν έξι όταν ο πατέρας της της έφτιαξε τη δική της γκάιντα – αρκετά μικρή ώστε να μπορεί να περάσει το χέρι γύρω της, ώστε να μπορεί να την πιέζει με τον αγκώνα της. Για μήνες μόνο αυτό τη μάθαινε: πώς να βγάζει έναν σταθερό ήχο· καμία μελωδία, μόνο αέρας που βγαίνει με σταθερή ροή. Στην αρχή η Κεμάλ δεν τα κατάφερνε. Στο κρεβάτι, κρατούσε το μαξιλάρι σαν μεχ και το πίεζε, όχι πολύ δυνατά και όχι πολύ απαλά, ώσπου μια μέρα ο πατέρας της έβαλε τη σκονισμένη παλάμη του στο ξυρισμένο κεφάλι της.

 

«Αυτό είναι», της είπε. Μια μέρα, είπε, μπορεί και να ξεχνούσε τ’ όνομά της, όμως ποτέ δεν θα ξεχνούσε πώς να πιέζει την γκάιντα. Ύστερα κάλυψε τα παράθυρα με παλιές εφημερίδες, έπιασε κι αυτός μια κάμπα γκάιντα και τη γέμισε αέρα. «Μη σκέφτεσαι», είπε, «απλώς ακολούθα».

 

Το στρίγκλισμα εξερράγη – τα τραγούδια παραήταν μεγάλα για τη μικρή καλύβα, τα τραγούδια λαχταρούσαν ουρανό και λιβάδι. Διαλύθηκαν, καταστράφηκαν, έγιναν χίλια κομμάτια κι ύστερα κούρνιασαν στη γωνιά, κοπρίτες που αναγνώρισαν τον αφέντη τους.

 

«Είσαι», της είπε ο πατέρας της, «πορθητής τραγουδιών πια».

 

Κι έτσι έπαιζαν μαζί, για μέρες, επί ώρες· χόρευαν κυκλικά γύρω απ’ τον τόρνο, σκιές λέξεων στα πρόσωπά τους, το στήθος της Κεμάλ να φλέγεται, τα δάχτυλά της να καίνε σαν ρίζες από άρρωστα δόντια. Και βγήκαν από την καλύβα αναγεννημένοι στον φρέσκο αέρα και σε ηλιοβασιλέματα τόσο εκτυφλωτικά που η Κεμάλ έπρεπε να βρει καταφύγιο στην αγκαλιά του πατέρα της για να μην τυφλωθεί εντελώς.

 

Εκείνος όμως δεν της έδωσε καταφύγιο. «Οι αγκαλιές είναι για τα κορίτσια», της είπε.

 

 

[...]

 

Μετάφραση από τα Αγγλικά: Άκης Παπαντώνης

 

 

 

ΑΝΤΙΠΟΔΕΣ

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το διήγημα του Βούλγαρου συγγραφέα Μιροσλάβ Πένκοφ  «Νυχτερινός ορίζοντας», το οποίο συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων Ανατολικά της Δύσης που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2016 από τις εκδόσεις Αντίποδες σε μετάφραση του συγγραφέα Άκη Παπαντώνη από το αγγλικό πρωτότυπο.

 

Ο Μιροσλάβ Πένκοφ γεννήθηκε το 1982 στο Γκάμπροβο της Βουλγαρίας και από τα 4 χρόνια του έζησε στη Σόφια, όπου και αποφοίτησε από αγγλόφωνο σχολείο. Από το 2001 ζει στις Η.Π.Α., όπου σπούδασε Ψυχολογία και έκανε μεταπτυχιακό στη Δημιουργική γραφή. Είναι Αναπληρωτής καθηγητής Δημιουργικής γραφής στο University of North Texas και Αρχισυντάκτης στο The American Literary Review. Διηγήματά του έχουν αποσπάσει τα βραβεία BBC International Short Story Award 2012 και The Southern Review’s Eudora Welty Prize και έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικούς τόμους (The Best American Short Stories 2008, The PEN/O. Henry Prize Stories 2012, The Best American Nonrequired Reading 2013). Η συλλογή διηγημάτων Ανατολικά της Δύσης ήταν το πρώτο βιβλίο του και κυκλοφόρησε στις Η.Π.Α. το 2011, ενώ έχει ήδη μεταφραστεί σε 11 γλώσσες.

 

Διαβάστε στην Εφημερίδα των Συντακτών μία κριτική του βιβλίου Ανατολικά της Δύσης από τη Μικέλα Χαρτουλάρη. 

 

Επισκεφτείτε εδώ την προσωπική ιστοσελίδα του Μιροσλάβ Πένκοφ.

Γιολάντα Σακελλαρίου, EUROPA

Photo by Constantin Jurcut



Τρελό φεγγάρι του Γενάρη με πετονιές

και άγκιστρα στη θάλασσα -νεκροταφείο-

του Αιγαίου σαν αερόστατο

ανεβαίνει με ψίχουλα ψυχές

θρυμματισμένες.

Η Γιασμίν, ο Αχμέντ, και Ιζάρ

ο μικρός τους γιος

με τα ακριβά τρύπια σωσίβια

με το όνειρο νόμισμα στα δόντια

καρφωμένο.

Φυσάει το αεράκι των ψυχών∙ όλο βόρια

όλο πιο ψηλά όλο δυτικά πηγαίνει

να τη δουν έστω από μακριά

-πλέον χωρίς απόγνωση-

αυτήν τη γη της επαγγελίας.

 

 

 

Η Γιολάντα Σακελλαρίου γεννήθηκε στην Αθήνα όπου ζει και εργάζεται ως λογοπεδικός. Σπούδασε ελληνική και γαλλική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και παθολογία λόγου - φωνής - ομιλίας στο Παρίσι. Είναι διδάκτωρ του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και ασχολείται με τις δυσκολίες του γραπτού λόγου παιδιών και εφήβων. Κείμενα και ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στις Ιστορίες Μπονζάι του περιοδικού «Πλανόδιον» και στο ηλεκτρονικό περιοδικό για την ποίηση Poeticanet, στην Ανθολογία πεζού και ποιητικού λόγου(Μαλλιάρης - Παιδεία, Θεσσαλονίκη 2006) καθώς και στο συλλογικό τόμο  «Τα ποιήματα του 2009» [Κοινωνία των (δε)κάτων, Αθήνα 2010]. 

Η πρώτη ατομική ποιητική συλλογή της Γιολάντας Σακελλαρίου, Κάποιες φορές ένας θλιμμένος λύκος, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης το 2009. Από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφόρησε το 2013 και η δεύτερη ποιητική συλλογή της, Αόρατο τρωκτικό.

Στις σελίδες της Logotexnia21 μπορείτε να διαβάσετε αποσπάσματα από την πρώτη ποιητική συλλογή της, ποιήματα που συμπεριλήφθησαν στη δεύτερη ποιητική συλλογή της και ένα πεζοποίημα από την ίδια συλλογή, όπως επίσης και την ποιητική τριλογία «Δίχως κλειδιά και δίχως πόρτες».

.

 


Αυγή Μελέτη, Η παντόφλα

Photo by Muriel McDonald

 

Πάντως, πολλές φορές αυτο-οριζόμαστε δίχως να γνωρίζουμε τέλεια την ουσία  του ορισμού που επιλέγουμε. Εμένα αυτό κάποιες φορές με έκανε δυστυχή. Και όχι μόνο εμένα. Αλλά και τους γύρω μου. Και δεν ξέρω αν κάποιοι ορισμοί όντως είναι κάτι άλλο πέρα από ορισμοί. Αν δεν είναι, τότε αυτο-οριζόμαστε με κάτι που καν δεν υπάρχει. Κάνω όλο αυτόν τον πρόλογο γιατί θα ήθελα να συνεχίσω με αυτό για το οποίο ξεκίνησα να μιλάω προηγουμένως και κάποιοι από εσάς με στραβοκοιτάξατε, δηλαδή το ότι είμαι μια παντόφλα. Η  παντόφλα έχει έναν συγκεκριμένο ορισμό που της το δίνουν το σχήμα, το υλικό κι η χρήση της. Δεν είστε παντόφλα, κύριε, μου είπε ένας ανόητος. Οι παντόφλες δε μιλούν. Και που το ξέρετε εσείς, κύριε; Τις έχετε ακούσει ποτέ να μη μιλούν; 

 

Δεν ξέρω αν καταλαβαίνετε το ακριβές νοητικό περιεχόμενο της ερώτησής μου και τη λεπτή διαφορά που δείχνει, ξεκάθαρα νομίζω, η αντιστροφή της.

 

Οι παντόφλες, κύριε, δεν έχουν μάτια, δεν έχουν στόμα και μύτη, ούτε αναπνέουν, συνέχισε εκείνος ο ανόητος με μεγαλύτερη  ειρωνεία κι επιμονή. Είμαι εξελιγμένο μοντέλο, κύριέ μου, του αντέτεινα. Ποιος εμποδίζει μια παντόφλα να εξελιχθεί; Με εννοείτε; Όχι μόνο έχω συγκεκριμένο ορισμό αλλά μπορώ και να τον επεκτείνω. Ο ορισμός πλέον δε με ορίζει αλλά τον ορίζω. Όχι, για σκεφτείτε το λίγο αυτό. Δεν το βρίσκετε μεγαλοφυές; Όχι, μου απάντησε ο κάπρος, λέτε γελοία πράγματα. Αν είστε παντόφλα, ελάτε να σας φορέσω. Τα πόδια μου κρυώνουν. Ελάτε λοιπόν.  Ξεχνάτε, κύριε, του είπα  με περιφρόνηση -την οποία ελπίζω ότι είχε την ελάχιστη απαιτούμενη οξυδέρκεια για να διακρίνει-, ότι οι παντόφλες δεν «έρχονται» για να τις φορέσουν. Μια παντόφλα δεν περπατάει προς το πόδι της. Το πόδι περπατάει προς αυτήν. Ελάτε λοιπόν εσείς. Φορέστε με. Δοκιμάστε με. Ο κρετίνος με κοίταζε με το στόμα ανοιχτό. Συγχύστηκε και έκατσε ξανά στη θέση του απλώς, κουνώντας το χονδροειδές κεφάλι του δήθεν προς επίφαση της δικής μου βλακείας κι όχι της δικής του. Οι άνθρωποι του είδους του αντιδρούν με παρόμοιες πρωτόγονες αντανακλαστικές νοητικές κινήσεις, τις οποίες μόνο οι ίδιοι κατανοούν μέσα στον κόσμο των ακατανόητων νοημάτων τους.

 

Έλεγα λοιπόν ότι είμαι μια παντόφλα και ότι οι παντόφλες έχουν ένα πολύ συγκεκριμένο ορισμό, ο οποίος περικλείεται στη χρήση και τη μορφή τους. Βάσει των υπαρχουσών μορφών μιας παντόφλας αλλά και βάσει της περιορισμένης χρήσης τους, φυσικά και δεν είμαι παντόφλα. Με τα μάτια ενός ηλίθιου πάντα. Όμως, όπως είπα και παραπάνω, τι είναι αυτό που θα με εμποδίσει να επεκτείνω τον ίδιο τον ορισμό μου; Είμαι μια παντόφλα 1,82 με χέρια και πόδια. Μια παντόφλα που περπατάει και τρώει. Και όποιος θέλει να με φορέσει δεν έχει παρά να ψάξει για το ζευγάρι μου. Μπορεί να φοριέμαι με διαφορετικό τρόπο αλλά αυτό αλλάζει σε τίποτα τον αυτο-ορισμό μου; Όχι. Και όσες αντιρρήσεις και να έχετε εσείς, εγώ απλώς γελώ μαζί τους.

 




Το διήγημα «Η παντόφλα» της Αυγής Μελέτη (γνωστής και ως Regina Bou, γεν. 1970) δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά. Στις σελίδες της Logotexnia21 δημοσιεύονται επίσης τα διηγήματά της «Η κοιλιά», «Οι αλλαγές άρχισαν από την κουζίνα», «Μεταμεσονύκτια μπισκότα», «Η έμπνευση» και «Η σφαίρα του Πουανκαρέ». Πληροφορίες για τη συγγραφέα μπορείτε να βρείτε εδώ

Joseph Roth, Επιβάτες με μεγάλες, βαριές αποσκευές

Bundesarchiv 102-00075, Berlin, Drehbares Haus im Luna Park


Οι επιβάτες που έχουν μεγάλες, βαριές αποσκευές κάθονται στο τελευταίο βαγόνι των ατέλειωτων συρμών, κάθονται δίπλα στους «επιβάτες με σκύλους» και στους «αναπήρους πολέμου». Το τελευταίο βαγόνι κλυδωνίζεται πιο έντονα, οι πόρτες του δεν καλοκλείνουν, τα παράθυρά του είναι σφηνωμένα κι έχουν πολλά σπασμένα τζάμια, σκεπασμένα με χαρτί περιτυλίγματος.

 

Τις μεγάλες αποσκευές δεν τις φορτώνει σ’ έναν επιβάτη η τύχη, αλλά η μοίρα. Ανάπηρος πολέμου γίνεται κανείς από μια χειροβομβίδα, της οποίας οι καταστροφικές συνέπειες δεν ήταν καρπός κακίας, μα παραλογισμού - παραλογισμού τόσο μεγάλου, που πρέπει να ’ναι φριχτός. Το αν θα ’χει κανείς μαζί το σκυλί του, είναι ζήτημα προσωπικής επιλογής. Αλλά ένας επιβάτης με μεγάλες αποσκευές οφείλει το φορτίο του στο ριζικό του και μόνο. Ακόμα και χωρίς αυτές, πάλι θα ’χε φορτίο να κουβαλάει. Ανήκει σε μια ξεχωριστή κατηγορία ανθρώπων - και η σχετική επιγραφή στα τζάμια του τελευταίου βαγονιού δεν είναι ένας κανονισμός του ηλεκτρικού˙ είναι ένας φιλοσοφικός ορισμός.

 

Στα βαγόνια για τους επιβάτες με μεγάλες αποσκευές ο αέρας είναι βαρύς και θολός, είναι ένα παράξενο φυσικό φαινόμενο, ένα είδος ατμόσφαιρας σε στερεή κατάσταση˙ μυρίζει καπνό από πίπες σβηστές, υγρό ξύλο, νεκρά φύλλα και χώμα φθινοπωρινού δάσους. Φταίνε τα δέματα, τα ξύλινα κασόνια των επιβατών, που έρχονται κατ’ ευθείαν μέσα από τα δάση˙ έχουν ξεφύγει από τα ντουφέκια ακούραστων κυνηγών κι έχουν μέσα στα κόκκαλά τους, μέσα στις σόλες απ’ τ’ άρβυλά τους την παγωνιάς της υγρής γης. Πράσινα βρύα κρέμονται στα ρούχα τους, σαν τα μούσκλια πάνω σε ερειπωμένους τοίχους. Τα χέρια τους είναι σκασμένα, στραβά και πονεμένα τα δάχτυλα των γέρων, θυμίζουν τ’ αλλόκοτα σχήματα που παίρνουν κάποιες φορές οι στριμωγμένες ρίζες των δέντρων. Στα αραιά γκρίζα μαλλιά των γυναικών είναι πιασμένα ξερά φυλλαράκια - έτσι στεφανώνει ο φτωχός θάνατος τα θύματά του. Στις μπερδεμένες γενειάδες των γέρων θα μπορούσαν να φωλιάζουν χελιδόνια…

 

Οι επιβάτες με μεγάλες, βαριές αποσκευές δεν αφήνουν τα δάση τους από τα χέρια τους, ούτε όταν κάθονται. Η απόφαση να σηκώσεις ξανά ένα φορτίο, όταν η ραχοκοκκαλιά σου έχει νοιώσει μισήν ώρα τελείως ελεύθερη, και για πάντα, είναι πιο βαριά κι από ένα δάσος ολόκληρο ψηλά έλατα. Ξέρω πως εμείς οι φαντάροι, όταν μας έδιναν μετά από πολλές ώρες πορείας λίγα λεπτά φευγαλέας ανάπαυσης, δεν λύναμε τους γυλιούς μας˙ συνεχίζαμε να τους κουβαλάμε, σαν τη βασανιστικά πιστή δυστυχία ενός εχθρού, με τον οποίον μας δένουν αιώνιοι όρκοι. Έτσι κάθονται αυτοί οι φορτωμένοι με δισάκια και δεμάτια, δεν είναι επιβάτες με μεγάλες και βαριές αποσκευές, είναι μεγάλες και βαριές αποσκευές με επιβάτες. Κι εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται ο μοιραίος χαρακτήρας των μεγάλων φορτίων: δεν είναι κάτι που το κάνεις, είναι κάτι που το παθαίνεις. Τι λένε οι άνθρωποι των δασών; Μιλούν με φράσεις λειψές, φθόγγους μισούς. Είναι λιγομίλητοι, όχι από εξυπνάδα αλλά από φτώχεια. Απαντούν διστακτικά, επειδή το μυαλό τους δουλεύει αργά, γεννάει με δυσκολία σκέψεις και τις θάβει νεογέννητες στα μύχια βάθη του. Στα δάση, όπου δουλεύουν, βασιλεύει μεγάλη σιωπή, την οποία δεν σπάει κανείς με ανόητες φλυαρίες ή αντιρρήσεις. Όταν ο δρυοκολάπτης ραμφίζει ένα κλαρί, άλλο τίποτα δεν ακούγεται. Στα δάση μαθαίνει κανείς οτι οι λέξεις είναι άχρηστες, τις έχουν μόνο οι ακαμάτηδες για να περνούν την ώρα τους.

 

Αλλά η μισή φράση, που λένε αυτοί οι άνθρωποι, έχει μέσα της τον απέραντο πόνο ενός κόσμου ολόκληρου. Λένε μόνο: το βούτυρο - κι ευθύς καταλαβαίνει κανείς ότι το βούτυρο είναι κάτι μακρινό κι απρόσιτο - δεν είναι απλό φαγώσιμο, που το αλείφεις με το μαχαίρι στο ψωμί σου, όχι, είναι δώρο του ουρανού, όπου φυτρώνουν όλες οι νοστιμιές του κόσμου σαν σε βιτρίνα. Λένε: φέτος θα καλοκαιριάσει νωρίς - κι αυτό σημαίνει πως θα μπορεί κανείς να βγει να μαζέψει άσπρα γαλανθάκια, αυτά που τα λένε και χιονολούλουδα, πως τα παιδιά θα μπορούν να σηκώνονται απ’ τα κρεβάτια και να βγαίνουν για παιχνίδι στο δρόμο, πως οι σόμπες θα μπορούν να μείνουν σβηστές ως το ερχόμενο φθινόπωρο.

 

Οι ηθοποιοί που στη σκηνή αραδιάζουν πολλές πνευματώδεις φράσεις για να εκφράσουν τον πόνο τους, που κάνουν πολλές μεγαλόπρεπες κινήσεις, που ανοίγουν τα χέρια και τα πόδια τους όπως τα παγώνια ανοίγουν τις ουρές τους, θα ’πρεπε να μπουν στα βαγόνια για τους επιβάτες με μεγάλες και βαριές αποσκευές - για να μάθουν πως ένα χέρι σακατεμένο από την κούραση και τ’ αρθριτικά μπορεί να δείξει καθαρά την ανθρώπινη δυστυχία˙ πως ένα βλεφάρισμα μόνο του μπορεί να ’ναι πιο συγκινητικό από ένα βράδυ πλημμυρισμένο στα δάκρυα. Ίσως δεν θα ’πρεπε να σπουδάζουν σε σχολές οι ηθοποιοί, ίσως θα ’πρεπε να δουλεύουν στα δάση, για να βλέπουν πως η τέχνη τους είναι όχι η ομιλία, αλλά η σιωπή˙ όχι η ομολογία, αλλά η βουβή ομολογία.

 

Βραδιάζει, η λάμπα ανάβει στην οροφή, θαμπό και λερωμένο το φως της, φέγγει μόνο έναν κύκλο μικρό σαν φωτοστέφανο γύρω της, σαν αστέρι μέσα σε μια θάλασσα από ομίχλη. Το τρένο προσπερνάει φωτεινές διαφημίσεις, τις διαφημίσεις ενός κόσμου χωρίς μεγάλες και βαριές αποσκευές, εμπορικούς ύμνους σε σαπούνια πολυτελείας, πούρα, βερνίκια παπουτσιών και κορδόνια, που ανάβουν ξαφνικά, λάμπουν στο σκοτεινό στερέωμα. Είναι η ώρα που ο κόσμος πηγαίνει στο θέατρο, για να παρακολουθήσει σε πανάκριβες σκηνές δράματα της ανθρώπινης μοίρας˙ την ίδια ώρα με τον ηλεκτρικό ταξιδεύουν οι πιο μεγάλες τραγωδίες κι οι πιο τραγικές γελοιότητες, οι επιβάτες με μεγάλες και βαριές αποσκευές.

 

 

Απ’ όλες τις πρακτικές οδηγίες κι επιγραφές, τις υποδείξεις και τις απαγορεύσεις, που ρυθμίζουν τη ζωή στη μεγάλη πόλη, δίνοντας πληροφορίες, διαταγές και συμβουλές, κι επιβάλλοντας το σωστό και το δίκαιο - απ’ όλους τους απρόσωπους κανονισμούς σε σιδηροδρομικούς σταθμούς, σε αίθουσες αναμονής και στα κέντρα της ζωής - αυτή μόνη αγγίζει σε ανθρώπινο και σε καλλιτεχνικό επίπεδο, κρύβοντας κι αποκαλύπτοντας νοήματα συνταρακτικά με τη λιτή λακωνική της φόρμα.

 

Ο άνθρωπος, που καλή τη πίστει επινόησε για λόγους πρακτικούς τον όρο «επιβάτες με μεγάλες και βαριές αποσκευές», δεν ήξερε ότι βρήκε ταυτόχρονα τον τίτλο μιας μεγάλης τραγωδίας.

 

Έτσι γεννιούνται τα έργα της ποίησης.

 

 

 Μετάφραση από τα Γερμανικά: Μαρία Αγγελίδου

 

 

 

Το κείμενο του Αυστριακού συγγραφέα Joseph Roth (1894-1939) «Επιβάτες με μεγάλες, βαριές αποσκευές» δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα Berliner Börsen-Courier στις 4 Μαρτίου 1923 και περιλαμβάνεται στο βιβλίο Βερολινέζικα χρονικά που κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2016 από τις εκδόσεις Άγρα σε μετάφραση της Μαρίας Αγγελίδου.

 

Διαβάστε στη βιβλιοnet ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα για τον Γιόζεφ Ροτ και δείτε ποια βιβλία του έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν στα Ελληνικά.

 



 

 

 

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails